Από την πρώτη φορά που το παιδί θα απομακρυνθεί από τον γονιό – είτε για να πάει στον παιδικό σταθμό, είτε στην πρώτη του εκδρομή, είτε στην κατασκήνωση – ενεργοποιείται μέσα μας ένας πολύ γνώριμος αλλά και δύσκολος μηχανισμός: ο αποχωρισμός. Για εμάς τους μεγάλους μπορεί να είναι μια απλή καθημερινή συνθήκη. Για το παιδί όμως είναι μια τεράστια ευκαιρία ανάπτυξης, αυτονομίας και σταδιακής ενίσχυσης της ψυχικής του ανθεκτικότητας.
Ωστόσο, αυτό που συχνά παραβλέπεται, είναι το πώς επηρεάζεται αυτή η εμπειρία του παιδιού από τη στάση των γονέων.
Όταν το άγχος των γονιών «βαραίνει τις πλάτες των παιδιών»
Τα παιδιά έχουν την ικανότητα να “σκανάρουν” τη συναισθηματική κατάσταση των γονιών τους. Αν ο γονιός δυσκολεύεται να αποχωριστεί το παιδί, του μεταφέρει – έμμεσα ή άμεσα – το μήνυμα:
«Δεν είσαι έτοιμος. Δεν είμαι σίγουρος ότι θα τα καταφέρεις χωρίς εμένα, ότι θα είσαι καλά χωρίς εμένα. Δεν είμαι σίγουρος/η ότι μπορείς μόνος/η σου.»
Και τότε, ένα παιδί που ήταν ήρεμο ή χαρούμενο, αρχίζει να αμφιβάλλει:
«Μήπως κάτι πάει στραβά κι εγώ δεν το βλέπω; Μήπως πρέπει να ανησυχώ;»
Η εμπιστοσύνη που δείχνει ο γονιός – ή η έλλειψή της – καθορίζει το πώς θα ζήσει το παιδί την εμπειρία της ανεξαρτησίας και πώς θα δομήσει τη δική του εσωτερική ανθεκτικότητα.
Ένα παιδί που λαμβάνει διαρκώς αυτό το μήνυμα, ακόμα και με «τρυφερό» τρόπο, δεν έχει χώρο να νιώσει ικανό, αυτόνομο, επαρκές. Αντί να του δώσουμε το εσωτερικό στήριγμα για να διαχειριστεί δυσκολίες, του περνάμε το βάρος της δικής μας ανησυχίας, το οποίο όχι μόνο δεν μπορεί να διαχειριστεί, αλλά και το εκλαμβάνει ως δική του ευθύνη.
Από την υπερπροστασία στην ενθάρρυνση
Η υπερπροστατευτική στάση δεν γεννιέται από κακή πρόθεση. Γεννιέται από φόβο. Ο γονιός δεν θέλει να δει το παιδί του να δυσκολεύεται, να απογοητεύεται, να στεναχωριέται. Όμως: στερεί από το παιδί πολύτιμες εμπειρίες ωρίμανσης.
Η υπερπροστασία κλέβει από το παιδί το δικαίωμα να εξερευνήσει, να δοκιμάσει, να κάνει λάθη, να βιώσει μικρές αποτυχίες, να αντέξει τη μοναξιά, να βρει λύσεις. Όλα αυτά είναι τα δομικά υλικά της ψυχικής ανθεκτικότητας.
Όταν εμποδίζουμε το παιδί να βιώσει τις μικρές προκλήσεις της ζωής, του στερούμε την ευκαιρία να ανακαλύψει τη δύναμή του, να μάθει τον εαυτό του μέσα από τις εμπειρίες του.
Η ενθάρρυνση, αντίθετα, είναι μια στάση εμπιστοσύνης.
Είναι να λες στο παιδί:
«Σε πιστεύω. Ξέρω ότι μπορείς. Κι είμαι εδώ όταν με χρειαστείς.»
Είναι να του δείξεις ότι ακόμα κι αν δυσκολευτεί, δεν σημαίνει ότι απέτυχε ή ότι το εγκατέλειψες — σημαίνει απλώς ότι μεγαλώνει.
Ψυχική ανθεκτικότητα: Το πιο πολύτιμο εφόδιο
Τα παιδιά που έχουν βιώσει την εμπιστοσύνη και την πίστη των γονιών τους, είναι εκείνα που αναπτύσσουν ψυχική ανθεκτικότητα. Είναι σε θέση να αντέχουν το άγχος, τις δυσκολίες, την απογοήτευση, χωρίς να νιώθουν ότι καταρρέουν. Δεν τα προστατεύουμε από τον κόσμο — τα εξοπλίζουμε για να ζήσουν μέσα σε αυτόν.
Και η ψυχική ανθεκτικότητα δεν χτίζεται με συμβουλές, αλλά με εμπειρίες. Και με την εσωτερική ηρεμία που μεταδίδει ένας γονιός όταν, αντί να πανικοβληθεί επειδή λείπει το παιδί, μπορεί να πει μέσα του:
«Είναι φυσιολογικό να μου λείπει. Αλλά είμαι περήφανος/η που κάνει ένα βήμα παραπέρα.»
Ανάγκη για όρια, όχι για δεσμά
Η αγάπη δεν σημαίνει περιορισμό. Η φροντίδα δεν σημαίνει έλεγχο. Η σχέση γονιού-παιδιού χρειάζεται να αναπτύσσεται σε ένα έδαφος όπου η ελευθερία και η καθοδήγηση συνυπάρχουν. Υπάρχει τεράστια διαφορά ανάμεσα στο να είμαι δίπλα στο παιδί μου και στο να το κρατώ πίσω.
Χρειάζονται γονείς που μπορούν να πουν:
«Ξέρω ότι θα περάσεις όμορφα»,
«Σε εμπιστεύομαι»,
«Ανυπομονώ να μου πεις όλα όσα θα ζήσεις!»
Αυτές οι εκφράσεις είναι σπόροι που φυτεύονται στην αυτοεκτίμηση και την εσωτερική ασφάλεια των παιδιών. Είναι αυτοί οι σπόροι που θα τα βοηθήσουν, αργότερα στη ζωή, να διαχειριστούν αποχωρισμούς, αλλαγές, αβεβαιότητες.
Η ελευθερία είναι πράξη αγάπης
Το να αφήσω το παιδί μου να φύγει –προσωρινά– δεν σημαίνει πως το εγκαταλείπω. Σημαίνει πως του επιτρέπω να ζήσει. Η ελευθερία που δίνει ένας γονιός είναι βαθιά πράξη αγάπης και πίστης. Δεν είναι εύκολη, αλλά είναι αναγκαία.
Ας μάθουμε, ως γονείς, να στεκόμαστε δίπλα στα παιδιά μας χωρίς να τους «κόβουμε τα φτερά». Η ανεξαρτησία, η ψυχική ανθεκτικότητα, η αυτονομία και η ωριμότητα δεν χτίζονται ξαφνικά στην ενηλικίωση – καλλιεργούνται σιγά-σιγά, με σταθερότητα, συνέπεια και αγάπη.
Η στάση του γονιού: Τι να προσέξεις πρακτικά
- Ρύθμισε το δικό σου άγχος πριν αποχαιρετήσεις.
Αναγνώρισε το συναίσθημα που νιώθεις (στεναχώρια, ανησυχία, φόβο) χωρίς να το μεταφέρεις στο παιδί. Σκέψου: “Μήπως αυτό αφορά εμένα και όχι το παιδί μου;”Αν νιώθεις ότι δεν μπορείς να το ελέγξεις ζήτησε υποστήριξη από κάποιον ειδικό. - Μην προβάλλεις τους φόβους σου (“αν σε πειράξουν”, “αν σε κοροϊδέψουν” κ.λπ.)
Το παιδί μαθαίνει να εστιάζει σε κινδύνους που ίσως δεν υπάρχουν και αναπτύσσει υπερβολική επιφυλακτικότητα.
- Να μη μεταδίδεις τα συναισθήματά σου στο παιδί — ούτε με λόγια, ούτε με εκφράσεις ή τον τόνο της φωνής.
Μια ταραγμένη φωνή, ένα σφιγμένο βλέμμα, μια τρεμάμενη αγκαλιά «λένε» περισσότερα από τις λέξεις σου.Αντί για: «αν δεν είσαι καλά, να με πάρεις», πες:
«Είμαι σίγουρος/η ότι θα ζήσεις υπέροχες στιγμές! Ανυπομονώ να μου τις διηγηθείς! Κι αν χρειαστείς κάτι ξέρεις πώς να με βρεις». - Μείνε διαθέσιμος, αλλά όχι παρεμβατικός.
Να αποφύγεις περιττές επικοινωνίες, ειδικά όταν αυτές δεν εξυπηρετούν το παιδί αλλά εσένα. - Στήριξε το παιδί ήρεμα και σταθερά με εμπιστοσύνη, με θετική προσμονή και ενθουσιασμό, δίνε του μικρά σημάδια αυτονομίας σε κάθε του βήμα:
Π.χ.: «Τι ωραία εμπειρία θα είναι να κοιμάσαι με τους φίλους σου στο ίδιο δωμάτιο!», «Θα μάθεις τόσα νέα πράγματα!» κλπ - Να θυμάσαι ότι:
– κάθε αποχωρισμός, μικρός ή μεγάλος, είναι ένα μάθημα ζωής – και για τους δύο.
– κάθε παιδί είναι διαφορετικό και μοναδικό. Υπάρχουν παιδιά πιο κοινωνικά και παιδιά πιο εσωστρεφή — και τα δύο ωφελούνται με τον δικό τους τρόπο.
– τη σημασία της εμπειρίας ακόμα και αν δεν είναι “τέλεια”: Π.χ. μπορεί να περάσει δύσκολα στην αρχή αλλά να ωριμάσει μέσα από αυτό.
Η ψυχική ανθεκτικότητα χτίζεται με εμπειρίες, όχι με λόγια
Αν θέλουμε παιδιά ικανά να διαχειρίζονται δυσκολίες, να σηκώνονται όταν πέφτουν, να βρίσκουν νόημα μέσα από τις αλλαγές και τις απογοητεύσεις, οφείλουμε να τους αφήσουμε χώρο να προσπαθήσουν.
Και για τον γονιό, είναι μια ευκαιρία να μάθει να “κρατιέται” – να μην παρεμβαίνει, να εμπιστεύεται, να αποσύρεται διακριτικά.
Η πιο γενναία πράξη αγάπης ενός γονιού είναι να επιτρέψει στο παιδί του να μεγαλώσει, να απομακρυνθεί για λίγο, να πειραματιστεί με τη ζωή – και να επιστρέφει πιο δυνατό.
Και τελικά…Η ανεξαρτησία δεν έρχεται απότομα, ξαφνικά όταν ο έφηβος γίνεται 18.
Είναι αποτέλεσμα μικρών στιγμών, μικρών αποχωρισμών και στιγμών εμπιστοσύνης! Για να πιστέψει το παιδί στον εαυτό του, πρέπει πρώτα να πιστέψεις εσύ σ’ αυτό!
